Πατρίδα μας είμαστε εμείς
Εφημερίδα Φιλελεύθερος, 29 Ιούνη 2017, δημοσιογράφος Μαρία Παναγιώτου
Ως ένα ταξίδι και μια περιπλάνηση στην ιστορία, τη γλώσσα, τη γεωγραφία και τους μύθους της πατρίδας της περιγράφει τα 24 ποιήματά της η Μυρτώ Παπαχριστοφόρου, τα οποία περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Η άλλη θάλασσα». Συνοδοιπόρος της σ’ αυτό το μαγικό ταξίδι, η Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία ακολούθησε τη Μυρτώ κουβαλώντας μαζί της νερομπογιές, μολύβια, χαρτιά. «Οι υδατογραφίες έχουν δημιουργηθεί στους “χώρους” των ποιημάτων και μάλλον συνδιαλέγονται με τα κείμενα παρά τα εικονογραφούν» λέει η Κατερίνα.
- Σε τι περιβάλλον μεγάλωσες;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λευκωσία. Τα καλοκαίρια που έζησα ως παιδί στην Αργολίδα με καθόρισαν εξίσου. Ο πατέρας μου μεγάλωσε στη Λεμεσό κι η μητέρα μου στο Πόρτο Χέλι. Ανήκουν σε μια σπουδαία γενιά ανθρώπων, η οποία παρέλαβε μια μοιρασμένη πατρίδα σε μια πολύ τρυφερή ηλικία κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να την κάνει να σταθεί και πάλι στα πόδια της. Οι δυο αδελφοί μου κι εγώ τους οφείλουμε ό,τι είμαστε σήμερα.
- Ποια ήταν η αφετηρία σου γι’ αυτή τη δουλειά; Όπως φανερώνει ο τίτλος της ποιητικής σου συλλογής, αλλά και το περιεχόμενο των ποιημάτων, έχεις μια λατρεία για τη θάλασσα.
Το έργο, ένας κύκλος 24 ποιημάτων κατά το ομηρικό πρότυπο, μαζί με το ερωτικό τραγούδι του επιμέτρου, γεννήθηκε το 2008, εποχή κατά την οποία εκδηλώθηκε η ελληνική κρίση. Ακολούθησα ένα σαφές όραμα ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του. Από μιαν ορισμένη άποψη, αποτελεί το χρονικό μιας δεκαετίας, καθώς παρακολουθεί από πολύ κοντά τα γεγονότα τα οποία μεσολάβησαν. Ταυτόχρονα όμως απομακρύνεται από αυτά, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μονάχα αυτό που συμβαίνει σε μιαν ορισμένη στιγμή. Εργάστηκα πολύ με τον ελεύθερο στίχο καταλήγοντας σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα, για παράδειγμα ότι ελεύθερος στίχος δεν είναι η καθημερινή ομιλία η οποία δεν έχει καμιά σχέση με την ποιητική λειτουργία. Ο Όμηρος μιμείται τη λαλιά της Ανδρομάχης. Ή ότι ένας στίχος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος εάν δεν ακολουθεί ορισμένους κανόνες, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό αφορούν τον ρυθμό και το μέτρο.
-Ταξίδεψες από τον Μυστρά και διάφορα ελληνικά νησιά μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα. Τα ποιήματά σου είναι στενά συνδεδεμένα με αυτά τα ταξίδια;
Η περιπέτεια ενός κόσμου, ενός τόπου κι ενός ανθρώπου ταυτίζονται στο έργο. Πατρίδα μας είμαστε εμείς, και οι γραμμές που βλέπουμε μας καθορίζουν. Δεν είναι μόνο θάλασσα, ουρανός ή τσιμέντο. Από τούτη την άποψη, η παρουσία του φυσικού κόσμου στο έργο δεν αφορά μιαν απλή εικονογράφηση, μα κουβαλάει ένα ορισμένο περιεχόμενο. Αφορά μιαν αντίληψη του κόσμου η οποία παραδίδεται ώς εμάς, ήδη από την εποχή των προσωκρατικών. Όταν ο Αισχύλος γράφει λ.χ. στο έργο του τη λέξη θάλασσα, ως άνθρωπος ο οποίος πολέμησε στη Σαλαμίνα, και ως ένας ποιητής που έγραψε στη γλώσσα του Ομήρου, εννοεί κάτι πολύ συγκεκριμένο, μιλά για μια δικαιοσύνη. Το ταξίδι μέσα στο έργο λαμβάνει μιαν υπόσταση πραγματική όσο και αλληγορική. Πρόκειται για μια περιπλάνηση στην ιστορία, τη γλώσσα, τη γεωγραφία και τους μύθους της πατρίδας μου. Στοιχεία μέσα από τα οποία μπόρεσα να γνωρίσω το ελληνικό φως. Έπειτα, χρησιμοποιώντας το φως της πατρίδας μου, αναζήτησα παντού τον άνθρωπο, ακολουθώντας τη δική του περιπλάνηση μέσα στον σύγχρονο κόσμο.
-Από πού αλλού αντλείς ερεθίσματα για την ποίησή σου;
Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος, ο τόπος του, τα ζητήματα τα οποία καλείται ν’ αντιμετωπίσει. Η παράδοση, ως ένας ζωντανός οργανισμός. Τι από ‘κείνην ανασαίνει σήμερα και τι πεθαίνει; Μήπως δεν πεθαίνει αλλά μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο; Μ’ ενδιαφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα είναι το πνευματικό μας DNA. Διδάσκει ένα ήθος, αλλά και μια στάση απέναντι στα πράγματα, η οποία μπορεί να μεταβάλλεται διαρκώς καθώς μεταβάλλονται τα πάντα γύρω μας, ωστόσο κάτι από εκείνη κι από τον βαθύτερο εαυτό μας παραμένει το ίδιο. Κουβαλάει μια ζωή 3.000 χρόνων, ένα ηθικό και ψυχικό φορτίο το οποίο κανείς δεν μπορεί ν’ αγνοήσει ή να υποκριθεί ότι αγνοεί.